Η σημασία του παιχνιδιού στην ομαλή ανάπτυξη του παιδιού


Το παιχνίδι είναι η πιο αγαπημένη δραστηριότητα του παιδιού αλλά συχνά παραγνωρίζουμε την σημασία  του και το θεωρούμε χάσιμο χρόνου ή τεμπελιά. Στην πραγματικότητα ωστόσο, για το παιδί είναι μια σοβαρή ενασχόληση που βοηθά στην ανάπτυξη και τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του. Δεν πρόκειται για καθήκον ή για εργασία αλλά για μια ελεύθερη, ενεργητική και αυθόρμητη ενασχόληση με στόχο τη διασκέδαση και την ευχαρίστηση. 
Το παιδί παίζοντας εκφράζει μια φανταστική κατάσταση ή αναπαριστά την πραγματική ζωή, δηλαδή τις δραστηριότητες και τις συμπεριφορές των ενηλίκων, όπως αυτές διαμορφώνονται από τα ήθη και τα έθιμα του πολιτισμού του και εξοικειώνεται με τους μελλοντικούς ρόλους και τις αξίες της κοινωνίας του αποκτώντας δεξιότητες και στάσεις απαραίτητες για την κοινωνική  του προσαρμογή.
 Το παιχνίδι είτε είναι ομαδικό είτε ατομικό επηρεάζει ολόπλευρα την ανάπτυξη του παιδιού όσον αφορά στη γνωστική, σωματική, κοινωνική και συναισθηματική εξέλιξή του.
Όσον αφορά στη σωματική ανάπτυξη, το παιδί παίζοντας (τρέχει,  πηδά,  χοροπηδά,  σκαρφαλώνει) αποκτά κινητικό έλεγχο και συντονισμό, ισορροπία.  αναπτύσσει την αδρή και λεπτή κινητικότητα του και αποκτά οπτικοκινητικό συντονισμό (ζωγραφική, χαρτοκοπτική, πέταγμα και σύλληψη μικρών και μεγάλων αντικειμένων).
Όσον αφορά στη συναισθηματική ανάπτυξη, το παιχνίδι, κυρίως το συμβολικό, αφήνοντας το παιδί να μιμηθεί την πραγματική ζωή και να παίξει διάφορους ρόλους από την καθημερινότητα του (πχ. δασκάλα, μαμά), διασκεδάζει και παράλληλα παιδαγωγεί. Επιπλέον, επιτρέπει στο παιδί να αναγνωρίσει και να εκφράσει τα συναισθήματα του, να εκτονώσει την επιθετικότητα του, να διαχειριστεί και να αντιμετωπίσει καταστάσεις που το φοβίζουν και το δυσκολεύουν.  Τέλος, βοηθά το παιδί να ανακαλύψει τα όρια του, να ενισχύσει τον αυτοέλεγχό του και την αίσθηση της επάρκειάς του και να αναπτύξει την αυτοπεποίθηση του. Το παιδί δημιουργεί τον δικό του  φανταστικό κόσμο μέσω του οποίου αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα.
Όσον αφορά στην κοινωνική ανάπτυξη, το παιδί παίζοντας αποκτά δεξιότητες απαραίτητες για την κοινωνική του εξέλιξη και προσαρμογή όπως είναι το να συνεργάζεται, να μοιράζεται, να σέβεται το συμπαίχτη του, να τον κατανοεί, να περιμένει τη σειρά του, να διαπραγματεύεται και να επιλύει συγκρούσεις, να αποδέχεται κανόνες, να κατανοεί και να εκτελεί οδηγίες και να επιλύει καθημερινά προβλήματα.
 Όσον αφορά στη γνωστική ανάπτυξη το παιχνίδι ενθαρρύνει τον πειραματισμό και τη μάθηση, προωθεί τη νοητική ευελιξία, τη φαντασία και τη δημιουργικότητα και ενισχύει τις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων. Παράλληλα βελτιώνει την ικανότητα συγκέντρωσης και προσοχής και την ανάπτυξη του λόγου. 
Παρόλο που όλοι συμφωνούμε ότι το παιχνίδι είναι σημαντικό για την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού, τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί σημαντικά ο ημερήσιος χρόνος παιχνιδιού ειδικά για το ελεύθερο, μη δομημένο παιχνίδι καθώς γονείς  και  παιδιά έχουν ιδιαίτερα φορτωμένο πρόγραμμα. Ωστόσο, η στέρηση του παιχνιδιού μπορεί να επιφέρει δυσάρεστες συνέπειες στο παιδί, το οποίο μπορεί να εμφανίσει φτωχές κινητικές δεξιότητες, χαµηλότερα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας, φτωχότερη ικανότητα  διαχείρισης στρεσογόνων ή τραυµατικών καταστάσεων, δυσκολία αξιολόγησης και διαχείρισης του κίνδυνου και των κοινωνικών καταστάσεων.
Για αυτό ας μην ξεχνάμε ότι ευκαιρίες για παιχνίδι υπάρχουν παντου, στη φύση (παιχνίδι με το χώμα ή το σκαρφάλωμα στα δέντρα) αλλά ακόμα και μέσα στο σπίτι απλά χρηστικά αντικείμενα (κουτάλες, πιάτα) μπορούν να γίνουν υλικό για ελεύθερο και δημιουργικό παιχνίδι  φτάνει οι γονείς να έχουν θετική διάθεση και όρεξη να παίξουν.
Για να ενθαρρύνουμε το παιδί να παίξει αφιερώνουμε καθημερινά χρόνο και δημιουργούμε κατάλληλο περιβάλλον, δηλαδή φροντίζουμε να υπάρχει ένα ασφαλές και ήσυχο μέρος για να παίξει ελεύθερα και αυθόρμητα χωρίς να κινδυνεύει να τραυματιστεί και χωρίς να το διακόπτουμε συνεχώς. Μπορούμε να το βοηθήσουμε να οργανώσει το παιχνίδι και τον χώρο του όχι όμως να του επιβάλουμε τι και πως θα παίξει. Σεβόμαστε τις προτιμήσεις του και το ρυθμό του και ενθαρρύνουμε τον αυθορμητισμό και την πρωτοβουλία του.
Επιλέγουμε κατάλληλα παιχνίδια για την ηλικία και τα ενδιαφέροντα του.  Συγκεκριμένα για βρέφη 0-6 μηνών  μαλακά ζωάκια και  κουδουνίστρες είναι αρκετά, ενώ για μεγαλύτερα μέχρι 1 έτους μπορούμε να επιλέξουμε παιχνίδια με ήχους και έντονα χρώματα, που κινούνται, αλλάζουν χρώμα, μικρά παζλ, ενσφηνώματα, πάνινα βιβλιαράκια με δραστηριότητες, μαλακιές μπάλες. Για παιδιά 1-2 ετών κατάλληλα είναι παιχνίδια που συναρμολογούνται, όπως τουβλάκια, σφήνες, είδη ζωγραφικής όπως κηρομπογιές και μαρκαδόρους, παιχνίδια που μοιάζουν με αντικείμενα όπως  τηλέφωνο.  Στα παιδιά 2-3 ετών αρέσει να παίζουν με κούκλες,κουζινικά, οικιακές συσκευές, σπιτάκια, αυτοκίνητα, συναρμολογούμενα παιχνίδια πχ lego, τουβλάκια, παζλ, παιχνίδια με κανόνες όπως επιτραπέζια, παιχνίδια χειροτεχνίας.  Στα μεγαλύτερα παιδιά 3-7 ετών προτείνουμε  παιχνίδια που βοηθούν στην κινητική, συναισθηματική και νοητική ανάπτυξη του παιδιού όπως ποδήλατο, κουκλόσπιτο, πλαστελίνη, χρώματα, μουσικά όργανα, ψηφιδωτά,  παζλ, κατασκευές, επιτραπέζια.
Το παιχνίδι ως παιδαγωγικό μέσο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον γονέα για να ενδυνάμωσει τη σχέση του με το παιδί, να έρθει κοντά του και να κατανοήσει τα συναισθήματα και τις ανάγκες του αλλά και να το διαπαιδαγωγήσει με ένα ευχάριστο και δημιουργικό τρόπο.
   Ματθαιάκη Σοφία
Ψυχολόγος
Συνεργάτιδα "Μεγαλώνω"
Κέντρο για το Παιδί & την Οικογένεια


Η ΔΕΠ-Υ ΠΑΕΙ..... ΣΧΟΛΕΙΟ !


      Η Διάσπαση Ελλειματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ) είναι μια διαταραχή η οποία εμφανίζεται κυρίως κατά τη νηπιακή ηλικία (3- 7 ετών), ενώ η εκδήλωσή της γίνεται εντονότερη με την ένταξη του παιδιού στο σχολείο, όπου και οι απαιτήσεις για συγκέντρωση της προσοχής,  οργάνωση και συμμόρφωση στους κανόνες είναι αυξημένες. Πρόκειται για μια διαταραχή η οποία επιμένει στο χρόνο και στις διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες και η οποία μπορεί να προκαλέσει  σημαντικές δυσκολίες τόσο στη γενικότερη εξέλιξη του παιδιού όσο και στο περιβάλλον που ζει.

     Ο όρος ΔΕΠ-Υ αναφέρεται σε σοβαρές συμπεριφορικές και γνωστικές δυσκολίες σε σημαντικούς τομείς ζωής, όπως είναι οι διαπροσωπικές σχέσεις, το σχολείο, η εργασία, η οικογένεια κλπ, εξαιτίας της υπερβολικής κινητικής δραστηριότητας και των δυσκολιών στον έλεγχο της προσοχής και της παρορμητικότητας.  Δεν πρόκειται για ένα πρόβλημα που οφείλεται στην έλλειψη κινήτρου, αλλά  σε ακούσιες αλλαγές της προσοχής (Το παιδί δεν προσέχει επειδή δεν μπορεί να προσέξει και όχι επειδή βαριέται!)


Χαρακτηριστικά των μαθητών με ΔΕΠ-Υ:
       Παρότι το νοητικό τους επίπεδο κυμαίνεται στα φυσιολογικά ή σε υψηλά επίπεδα, οι μαθητές με ΔΕΠ-Υ παρουσιάζουν αρκετές δυσκολίες στον τομέα της μάθησης (π.χ. δυσκολία στην εκμάθηση της ανάγνωσης, στην αντίληψη, στην κατανόηση σχημάτων και μορφών, αδυναμία προσανατολισμού στον χώρο κλπ). Οι δυσκολίες αυτές προκαλούνται από ένα σύνολο συμπτωμάτων που χαρακτηρίζουν τη ΔΕΠ-Υ, μέσα στα οποία ανήκουν μεταξύ άλλων η υπερκινητικότητα, η αδυναμία προσοχής κατά τη διάρκεια εκτέλεσης καθηκόντων και δραστηριοτήτων, η αποδιοργάνωση, η αδυναμία συγκράτησης πληροφοριών κλπ. 
      Σημαντικό ρόλο για τους μαθητές με ΔΕΠ-Υ παίζει και το περιβάλλον μελέτης και διδασκαλίας, καθώς αρκετά συχνά διασπάται η προσοχή τους από θορύβους, δραστηριότητες, μυρωδιές ή απλώς από δικές τους σκέψεις.
       Σε κοινωνικό επίπεδο, τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ συχνά δυσκολεύονται να συμμετάσχουν σε ομαδικές δραστηριότητες ή απλά να καθήσουν ήσυχα σε ένα μέρος στην τάξη, με αποτέλεσμα να τους γίνονται παρατηρήσεις και επιπλήξεις, ενώ δυσκολεύονται και στην απόκτηση φίλων αφού συνήθως δεν καταφέρνουν να παίξουν δίκαια και να υιοθετήσουν αποδεκτή συμπεριφορά από την ομάδα.

      Πέρα από την αναζήτηση βοήθειας από ειδικούς, ορισμένες παρεμβάσεις που μπορεί να κάνει ο ίδιος ο γονιός για να διευκολύνει το παιδί με ΔΕΠ-Υ κατά τη μελέτη και τη διδασκαλία ως ένα βαθμό είναι:
*                  Η δημιουργία ενός Προγράμματος Μελέτης, στο οποίο θα είναι καταγεγραμμένες οι δραστηριότητες που πρέπει να πραγματοποιήσει το παιδί καθώς και ο χρόνος υλοποίησής τους (π.χ. Μαθηματικάà 15 λεπτά). Κάθε φορά που ολοκληρώνει μια δραστηριότητα θα βάζει δίπλα ένα τικ. Ο χρόνος υλοποίησης πρέπει να είναι αρκετός για να μπορέσει το παιδί να ολοκληρώσει τη δραστηριότητα με άνεση. Υπενθυμίστε του πόσος χρόνος μένει πριν να τελειώσει ο διαθέσιμος χρόνος. Χρησιμοποιήστε ένα ρολόι για να παρακολουθείτε τα διαλείμματα και το χρόνο που αφιερώνετε στο «διάβασμα».
*                  Κάντε αλλαγές στον τρόπο μελέτης, στο περιβάλλον που μελετά, στον τρόπο διδασκαλίας. Περιορίστε τα περιττά ερεθίσματα (π.χ. να μη διαβάζει με την τηλεόραση ανοικτή κλπ)
*                  Χωρίστε τις δραστηριότητες και τις οδηγίες πραγματοποίησής τους σε μικρότερα στάδια. 
*                  Να κάνει μικρά διαλείμματα εκτόνωσης ανάμεσα στις εργασίες.
*                  Συχνά η χρήση εικόνων βοηθά ιδιαίτερα τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ να μαθαίνουν και να θυμούνται με μεγαλύτερη ευκολία νέα δεδομένα.
*                  Προσφέρετε ανταμοιβές για την ολοκλήρωση των εργασιών του σχολείου (με αυτοκόλλητα, βόλτα κλπ) όταν γίνεται μέσα στο χρόνο που έχετε συμφωνήσει.

      Χωρίς την απαραίτητη βοήθεια το παιδί με ΔΕΠ-Υ, μακροχρόνια  θα αντιμετωπίσουν αρκετές δυσκολίες σε επίπεδο καθημερινότητας, αλλά και ως ενήλικας (στις κοινωνικές επαφές, στην επικοινωνία με άλλα άτομα, αλλά και σε ακαδημαϊκό και σε εργασιακό επίπεδο), αφού δε θα έχει εκπαιδευτεί στο να διαχειρίζεται τον εαυτό του ανάλογα με τις περιστάσεις που αντιμετωπίζει.
Η αναζήτηση βοήθειας από ειδικούς μπορεί να διευκολύνει σε σημαντικό βαθμό τόσο το παιδί με ΔΕΠ-Υ όσο και τους γονείς και τους δασκάλους του και να βελτιώσει σε σημαντικό βαθμό την ποιότητα ζωής του και τις αποδόσεις του στους τομείς ζωής (σχολείο, αυτοφροντίδα, φίλους κλπ).

Βαρβάρα Γρηγοράκη
Εργοθεραπεύτρια
Υπεύθυνη "Μεγαλώνω"
Κέντρο για το Παιδί & την Οικογένεια

ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ;; ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ;;


      “Αν το παιδί δεν μπορεί να μάθει με τον τρόπο που το διδάσκουμε, τότε πρέπει να το διδάξουμε με τον τρόπο που μπορεί να μάθει” έλεγε η Μαρία Μοντεσσόρι. Τα παιδιά με Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες, παρόλο που έχουν καλό νοητικό επίπεδο, δυσκολεύονται σε σημαντικό βαθμό να αποκτήσουν γνώσεις με τον τρόπο και με το ρυθμό που το πετυχαίνουν οι συνομήλικοί τους. 
      Οι δυσκολίες αυτές μπορεί να εντοπίζονται κυρίως στην ανάγνωση, στη γραφή, στην ορθογραφία και στα μαθηματικά και δε σχετίζονται με την ευφυΐα του παιδιού αλλά με τις επιδόσεις του στο σχολείο. 
      Έτσι, ανάλογα με τον τομέα μάθησης που υστερεί το άτομο, οι Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες διακρίνονται:
* στην Διαταραχή της Ανάγνωσης (ή ΔΥΣΛΕΞΙΑ), 
* των Μαθηματικών (ή ΔΥΣΑΡΙΘΜΗΣΙΑ), 
* της Γραπτής Έκφρασης (ΔΥΣΓΡΑΦΙΑ- ΔΥΣΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ) και σε 
* Διαταραχές Μάθησης μη Προσδιοριζόμενες Αλλιώς
   
     Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο μαθητής, μπορεί να έχουν επιπτώσεις και στην καθημερινότητά του, ανάλογα με τον τομέα στον οποίο υστερεί (π.χ. Να δυσκολεύεται στις οικονομικές συναλλαγές (να υπολογίσει τα ρέστα, να πληρώσει κλπ), να κατανοήσει ένα κείμενο, να γράψει ένα γράμμα, κλπ).
      Τις περισσότερες φορές ο Δάσκαλος ή ο Νηπιαγωγός είναι εκείνοι που αναγνωρίζουν την ύπαρξη των δυσκολιών και ζητούν από τους γονείς να ερευνήσουν το θέμα. Είναι σημαντικό η διάγνωση και η παρέμβαση να γίνει εγκαίρως για να αντιμετωπιστούν σωστά και σφαιρικά οι δυσκολίες, πριν δημιουργηθούν “κενά” στη μάθηση νέων γνώσεων. Οι μαθησιακές δυσκολίες που δεν εντοπίζονται έχουν σαν αποτέλεσμα τη χαμηλή αυτοεκτίμηση (αφού το παιδί απογοητεύεται, γιατί παρόλο που προσπαθεί και διαβάζει για αρκετές ώρες δεν καταφέρνει να πετύχει ικανοποιητικά αποτελέσματα), την πιθανή απομόνωση από την ομάδα των συνομηλίκων του, το αίσθημα της ντροπής (ειδικά όταν οι γονείς έχουν υπερβολικές απαιτήσεις από αυτό) ακόμα και την υιοθέτηση χειριστικής- μη αποδεκτής κοινωνικά συμπεριφοράς προκειμένου να τραβήξει την προσοχή των ενηλίκων από τη σχολική αποτυχία. Αν η διάγνωση και η παρέμβαση δεν γίνει εγκαίρως, το παιδί θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει δυσκολίες στην καθημερινότητά του και ως ενήλικας.
        Μέσα από τα προγράμματα παρέμβασης (Εργοθεραπεία, Λογοθεραπεία, Ψυχολογική Υποστήριξη, Ειδική Αγωγή, Συμβουλευτική Γονέων κλπ), το κάθε παιδί ξεχωριστά, μπορεί να εκπαιδευτεί στο να διαχειρίζεται τις δυσκολίες που συναντά στο σχολείο. Για να το πετύχει αυτό, το παιδί, με τη βοήθεια του ειδικού επιλέγουν τον τρόπο μάθησης και συμμετοχής στην εκπαιδευτική διαδικασία που του ταιριάζει καλύτερα και που το βοηθά να μάθει με μεγαλύτερη ευκολία και αποτελεσματικότητα και στη συνέχεια εκπαιδεύεται στην εφαρμογή αυτού του τρόπου στη σχολική του καθημερινότητα.
      Ο Στόχος είναι το παιδί να μάθει να μελετά μόνο του στην πορεία. Σε καμία περίπτωση ο θεραπευτής δεν επιδιώκει να βοηθήσει το παιδί να διαβάσει για να μάθει π.χ. το μάθημα της Ιστορίας (να μελετήσει δηλαδή), αλλά επιδιώκει να το βοηθήσει να αναπτύξει την ικανότητα να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες που συναντά στην καθημερινότητά του μόνο του (αυτορρύθμιση). Σημαντικό είναι να γίνει ενημέρωση στην οικογένεια και στο σχολείο, ώστε να απενοχοποιήσουν την κατάσταση, να υιοθετήσουν βοηθητική συμπεριφορά απέναντι στο παιδί και να υπάρχει καλή συνεργασία τόσο μεταξύ τους όσο και με το θεραπευτή.
     Οι Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες είναι μια κατάσταση που δε θα έπρεπε να ανησυχεί τους γονείς και τους μαθητές, αφού μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από τη σωστή παρέμβαση ως ένα σημαντικό βαθμό και σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι το παιδί έχει χαμηλό νοητικό επίπεδο. Σημασία δεν έχει μόνη η σχολική επίδοση των παιδιών, αλλά και η γενικότερη προσαρμογή τους στην |Καθημερινή Ζωή.
Βαρβάρα Γρηγοράκη
Εργοθεραπεύτρια
Υπεύθυνη "Μεγαλώνω"
Κέντρο για το Παιδί & την Οικογένεια

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ 2-3 ΕΤΩΝ


         Η ηλικία των 2 ετών είναι μια περίοδος στην οποία το παιδί αρχίζει σταδιακά να αποκτά τον έλεγχο των κινήσεών του και επομένως να κινείται ανεξάρτητο, σε πρώτο στάδιο μπουσουλώντας και στη συνέχεια περπατώντας (υποβοηθούμενο και κατόπιν μόνο του).
       Κατά την περίοδο αυτή η κύρια ασχολία του είναι τα κινητικά παιχνίδια
* Παιχνίδια που μπορεί να σπρώχνει και να έλκει (τραβάει καροτσάκια, αυτοκινητάκια κλπ),
* μπάλα,
* μεγάλα παζλ με ενσφηνώματα,
* κύβοι συναρμολόγησης (μεγάλα τουβλάκια), 
* διάφορα κουζινικά, 
* βιβλία από χαρτόνι με μεγάλες εικόνες, 
* παιδικά τηλέφωνα κα.
Μέσα από όλα αυτά θα μπορέσει να συντονίσει τις κινήσεις στα χέρια και τα πόδια του, να εξασκηθεί στο περπάτημα, στη σύλληψη της άκρας χείρας, να προετοιμαστεί στη λεπτή σύλληψη κλπ., ενώ είναι σε θέση να χρησιμοποιεί τα διάφορα αντικείμενα παιχνιδιού τα οποία επιλέγει συνήθως μόνο του, για τον σκοπό που είναι κατασκευασμένα (π.χ. με τη βούρτσα χτενίζει την κούκλα κλπ).
        Στην ηλικία αυτή, παρόλο που το παιδί προσπαθεί να αλληλεπιδράσει με τους οικείους του, εξακολουθεί να παίζει μόνο του χωρίς να δείχνει ιδιαίτερη σημασία κατά το παιχνίδι στα άλλα παιδιά που μπορεί να βρίσκονται στο δωμάτιο.  Ωστόσο, μέσα από τη μίμηση κινήσεων προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή των ατόμων του περιβάλλοντός του και να αλληλεπιδράσει μαζί τους.
       Η ενασχόληση του παιδιού μέσα από συζητήσεις και η συμμετοχή του γονέα και των ατόμων του περιβάλλοντός του στο παιχνίδι, θα βοηθήσει το παιδί πέρα από την ανάπτυξη του τομέα της κίνησης και των αισθήσεων να αναπτυχθεί τόσο σε γνωστικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό.
     
        Ανάμεσα στον δεύτερο και τρίτο χρόνο της ζωής του, το παιδί αρχίζει να δείχνει ενδιαφέρον για άλλα παιδιά, με τα οποία ωστόσο παίζει παράλληλα (παίζουν στον ίδιο χώρο, αλλά όχι σε κοινό παιχνίδι.).
       Από το 3ο έτος αρχίζει να αναπτύσσει περισσότερο τη λεπτή κινητικότητά του και να ασχολείται με πιο απαιτητικές δραστηριότητες όπως είναι
* ζωγραφική με διάφορα υλικά, 
* σύλληψη μολυβιού, 
* εύκολες κατασκευές, 
* μεγάλες χάντρες κλπ
     Παράλληλα εξακολουθεί να ασχολείται με παιχνίδια που βασίζονται στην κίνηση, όπως είναι
* κρυφτό, 
* τούμπες,
* κούνια, 
* τραμπάλα, 
* ποδήλατο με βοηθητικά ροδάκια κλπ. 
     Στην ίδια ηλικία αρχίζει να δείχνει ενδιαφέρον και για το Δημιουργικό παιχνίδι, μέσα από το οποίο μεταμορφώνει αντικείμενα και πρώτη ύλη σε κάτι νέο (π.χ. 
* Χτίζει έναν πύργο με τουβλάκια, 
* φτιάχνει με πλαστελίνη ζώα κλπ. 
     Τα παιχνίδια της περιόδου αυτής θα πρέπει να επιλέγονται με προσοχή και έχοντας πάντα κατά νου την ασφάλεια του παιδιού τόσο σε ότι αφορά τα αντικείμενα τα οποία χρησιμοποιεί (π.χ. στα παιχνίδια να μην υπάρχουν μικρά αποσπώμενα κομμάτια για ν’ αποφευχθεί ο κίνδυνος  πνιγμού), όσο και το περιβάλλον (πρίζες, γωνίες από έπιπλα στις οποίες μπορεί το παιδί να τραυματιστεί κλπ).

Βαρβάρα Γρηγοράκη
Εργοθεραπεύτρια
Υπεύθυνη "Μεγαλώνω"
Κέντρο για το Παιδί & την Οικογένεια